Η διατροφή είναι το μέσο που μας δίνει ενέργεια.

Ωστόσο, κάποια τρόφιμα λειτουργούν περισσότερο σαν μια «έκρηξη» στιγμιαίας ενέργειας στον οργανισμό, ενώ άλλα μας δίνουν ενέργεια για περισσότερο χρόνο. Ας δούμε λοιπόν ποια τρόφιμα μπορούν να σαμποτάρουν τον οργανισμό μας.

Απλοί υδατάνθρακες

Τα λευκά ζυμαρικά, το λευκό ψωμί και κράκερς, τα σφολιατοειδή, τα μπισκότα και τα γλυκά με βάση τη ζάχαρη και το λευκό αλεύρι ανήκουν σε αυτήν την κατηγορία. Καθώς παρασκευάζονται με πολλή ζάχαρη ή/ και λευκό αλεύρι δεν περιέχουν πολλές φυτικές ίνες που θα καθυστερήσουν την απορρόφηση της γλυκόζης. Έτσι η γλυκόζη εισέρχεται στην κυκλοφορία του αίματος πολύ γρήγορα κι ενώ αρχικά μπορεί να νιώθετε σε εγρήγορση, αργότερα μπορεί να αισθάνεστε υποτονικοί λόγω της απότομης μείωσης της γλυκόζης αίματος. Εναλλακτική πρόταση: Προτιμήστε τις αντίστοιχες τροφές ολικής αλέσεως περιλαμβάνοντας ψωμί και δημητριακά ολικής άλεσης, βρώμη, και καστανό ρύζι. Οι φυτικές ίνες που περιέχουν θα διατηρήσουν την ενέργειά σας για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.

Σακχαρούχα και αλκοολούχα ποτά

Τα αναψυκτικά, τα αθλητικά και ενεργειακά ποτά, αλλά και τα φρουτοποτά είναι πλούσια σε ζάχαρη χωρίς να παρέχουν άλλα διατροφικά οφέλη. Μετά την κατανάλωσή τους θα νιώσετε παροδικά την ενέργειά σας να αυξάνεται αλλά στη συνέχεια θα νιώθετε υποτονικοί όπως ακριβώς συμβαίνει και με την κατανάλωση των απλών υδατανθράκων.

Μην ξεχνάτε επίσης ότι μερικά από αυτά τα ποτά έχουν καφεΐνη και μπορούν να συμβάλουν σε διαταραχές ύπνου. Το αλκοόλ μπορεί να σας προκαλέσει υπνηλία κι ενώ μπορεί αρχικά να διευκολύνει τον ύπνο σας μπορεί να προκαλέσει διαταραχές του ύπνου κατά τη διάρκεια της νύχτας διαταράσσοντας έτσι την ενέργεια της επόμενης ημέρας.

Εναλλακτική πρόταση: Το νερό δεν περιέχει θερμίδες οπότε πρακτικά δεν παρέχει ενέργεια, αλλά είναι απαραίτητο για την αποφυγή της αφυδάτωσης. Η αφυδάτωση μπορεί να σας κάνει να αισθάνεστε κουρασμένοι και υποτονικοί. Προτιμήστε λοιπόν το νερό ως μέσο ενυδάτωσης καθ’όλη τη διάρκεια της ημέρας και μπορείτε να ενισχύσετε τη γεύση του και το άρωμά του προσθέτοντας λίγες φέτες λεμόνι και βασιλικό ή φέτες από τα αγαπημένα σας φρούτα.

Γαλακτοκομικά σε περίπτωση δυσανεξίας

Για όσους εμφανίζουν δυσανεξία στη λακτόζη το γάλα και τα γαλακτοκομικά προϊόντα μπορεί να μειώσουν τα επίπεδα της ενέργειας. Για τους υπόλοιπους

περίπου 1-2 μερίδες γαλακτοκομικών καθημερινά δε φαίνεται να επηρεάζουν τα επίπεδα ενέργειας.
Εναλλακτική πρόταση: Επιλέξτε γάλα χωρίς λακτόζη ή μη γαλακτοκομικά προϊόντα όπως γάλα από αμύγδαλο, σόγια, ρύζι, βρώμη ή καρύδα. Συμβουλευτείτε όμως τις ετικέτες τροφίμων για να βεβαιωθείτε ότι το προϊόν που επιλέγετε δεν περιέχει ζάχαρη αλλά είναι εμπλουτισμένο με ασβέστιο και βιταμίνη D.

Γλουτένη σε περίπτωση δυσανεξίας

Εάν έχετε κοιλιοκάκη ή ευαισθησία στη γλουτένη θα πρέπει να απέχετε εντελώς από τη γλουτένη, μια πρωτεΐνη που βρίσκεται στο σιτάρι, τη σίκαλη, το κριθάρι και σε κάποιες περιπτώσεις τη βρώμη. Η κατανάλωση γλουτένης ακόμα και σε μικρές ποσότητες μπορεί να εντείνει το αίσθημα κόπωσης και να προκαλέσει γαστρεντερικές διαταραχές.
Εναλλακτική πρόταση: Επιλέγετε κυρίως τροφές που είναι φυσικά ελεύθερες γλουτένης όπως το ρύζι, η κινόα, το καλαμπόκι, οι πατάτες και τα άλευρά τους.

Καφεΐνη

Ένα φλιτζάνι καφέ ή τσάι στο ξεκίνημα της ημέρας σας θα σας κάνει να νιώσετε γεμάτοι ενέργεια καθώς η καφεΐνη θέτει τον οργανισμό σε κατάσταση εγρήγορσης. Αλλά εάν καταναλώνετε περισσότερα από μερικά φλιτζάνια ή πίνετε καφεϊνούχα ροφήματα κοντά στην ώρα του ύπνου, αυτό μπορεί να διαταράξει τον ύπνο σας και να σας κάνει να αισθάνεστε κουρασμένοι την επόμενη μέρα.
Εναλλακτική πρόταση: Αποφύγετε την κατανάλωση καφεϊνούχων ροφημάτων για τουλάχιστον 6 ώρες πριν από τον ύπνο και μην υπερβαίνετε την κατανάλωση 2-3 φλιτζανιών καθημερινά.

Τηγανητά τρόφιμα

Τα τηγανητά τρόφιμα είναι υψηλά σε λιπαρά γεγονός που μπορεί να προκαλέσει υπνηλία και υποτονικότητα. Μην ξεχνάτε επίσης ότι εκτός από τη μείωση των επιπέδων ενέργειας είναι επιζήμια και για την καρδιαγγειακή υγεία.
Εναλλακτική πρόταση: Περιορίστε τα τηγανητά σε μικρές μερίδες όχι περισσότερο από 2-3 φορές το μήνα. Προτιμήστε άλλες μεθόδους μαγειρέματος που δεν απαιτούν τη χρήση μεγάλης ποσότητας λιπαρών, όπως το βράσιμο, το ψήσιμο στο φούρνο ή στον ατμό.

Ευσταθία Παπαδά
Δρ. Διαιτολόγος-Διατροφολόγος, Πτυχιούχος Χαροκοπείου Πανεπιστημίου &
University College London (UCL), Διδάκτωρ Χαροκοπείου Πανεπιστημίου

πηγή