Το παιχνίδι είναι μία από τις πιο σημαντικές δραστηριότητες στην ζωή κάθε παιδιού, αφού πρόκειται για την έμφυτη ικανότητα του ατόμου να περιεργαστεί, να αλληλεπιδράσει, να συνδεθεί και να διδαχθεί μέσα από μια ευχάριστη διαδικασία. Γι’ αυτό και αποτελεί κεντρικό “εργαλείο” μάθησης όλων των βασικών λειτουργιών, καθώς το παιδί μεγαλώνει. Το ίδιο, αν όχι περισσότερο, σημαντικό είναι το παιχνίδι και για τα παιδιά που βρίσκονται στο φάσμα του αυτισμού, παρά το γεγονός πως παρουσιάζουν ορισμένες ιδιαιτερότητες και αποκλίσεις σε σχέση με τη “συμβατική” εικόνα του παιχνιδιού. Ποιες είναι αυτές οι διαφοροποιήσεις, αλλά και με ποιο τρόπο επηρεάζει το παιχνίδι την ανάπτυξη και την συμπεριφορά των παιδιών με αυτισμό εξηγεί ο καθηγητής Ειδικής Φυσικής Αγωγής, Θεραπευτικής Άσκησης & Ορθοσωμικής, Πολυχρόνης Μαγκαφάς:

Ξεκινώντας μια προσπάθεια να μιλήσουμε για το παιχνίδι στις Διαταραχές Αυτιστικού Φάσματος (Δ.Α.Φ.), πρέπει οπωσδήποτε πρώτα να αναδείξουμε την καθοριστική σημασία της έννοιάς του στην Ψυχοκινητική Ανάπτυξη όλων των ανθρώπων, κυρίως κατά την παιδική-αναπτυξιακή πορεία. Ο πολυδιάστατος και ευεργετικός αντίκτυπος που έχει το παιχνίδι περιλαμβάνει (περιληπτικά) σωματικά, γνωστικά, κοινωνικά και συναισθηματικά οφέλη. Το παιδί συνδέεται με τον εαυτό του, τον εσωτερικό κόσμο του “Εγώ” του, και παράλληλα με το περιβάλλον, με το οποίο αλληλεπιδρά κατά το παιχνίδι. Εκδηλώνει τις επιθυμίες και τους φόβους, εκφράζει τις εσωτερικές ανάγκες του και εκτονώνει το άγχος που ίσως κουβαλάει. Ανάγεται σε έναν εκ του ασφαλούς πειραματισμό των παιδιών προς την ενηλικίωση. Το παιχνίδι είναι πρόσφορο για την χαρά της επιτυχίας-νίκης και την ασφάλεια της ήττας, αποσκοπώντας στην αυτοβελτίωση.

Δεδομένου ότι κάθε άνθρωπος είναι διαφορετικός, τηρούμε πάντα την αρχή της Ατομικότητας. Ωστόσο, στις Δ.Α.Φ. γνωρίζουμε μερικές βασικές πιθανές εκφάνσεις του παιχνιδιού, οι οποίες περιλαμβάνουν:

♦ Ιδιόρρυθμη χρήση παιχνιδιών (μη συμβατική χρήση, που ωστόσο μπορούμε να αξιοποιήσουμε).

♦ Αποχή από συμβολικό ή αναπαραστατικό παιχνίδι (πιθανόν να συντρέχει ιδιάζουσα συμβολικότητα, που δεν αντιλαμβανόμαστε).

♦ Αποχή από δυαδικό ή ομαδικό παιχνίδι με συνομήλικους (η αλληλεπίδραση κατά το παιχνίδι δεν είναι εύκολη, ωστόσο προσπαθούμε να μοιράζουμε ρόλους που να ευνοούν την συνύπαρξη στο ίδιο παιχνίδι ή έστω στον ίδιο χώρο-πλαίσιο, με έμμεση συμμετοχή).

♦ Υπερβολική προσκόλληση σε ορισμένα παιχνίδια (παιχνίδια με συγκεκριμένα μοτίβα, περιστρεφόμενα ή αντικείμενα, που μπορούν να στοιβαχτούν, είναι εκείνα που προτιμώνται).

♦ Ενδιαφέρον για πολύ περιορισμένο αριθμό παιχνιδιών (το πλήθος των παιχνιδιών είναι μικρό, όμως η εστίαση σε αυτά είναι έντονη, σχεδόν ιεροτελεστική).

Παρ’ όλο που με μια πρώτη ματιά τα παραπάνω δείχνουν μη λειτουργικά, επισημαίνεται ότι καθετί που ανήκει στα δεδομένα της τυπικότητας, του μέσου όρου ή του “φυσιολογικού”, δεν μπορεί να είναι το ιδανικό για κάποια παιδιά, όπως εκείνα που βρίσκονται στο φάσμα του αυτισμού. Συγκεκριμένα, οι στερεοτυπίες πολύ συχνά αποτελούν τρόπο εκτόνωσης μιας δυσάρεστης κατάστασης, εκδήλωσης χαράς ή απλά ανάγκης για χαλάρωση. Συνεπώς, συνυπολογίζουμε τα ατομικά χαρακτηριστικά και τα συμπεριλαμβάνουμε στο παιχνίδι μας αρμονικά.

Το ατομικό ή το ομαδικό παιχνίδι, για να διατηρήσει την προσοχή και το ενδιαφέρον του παιδιού με Δ.Α.Φ, πρέπει να έχει ξεκάθαρη αρχή, μέση και τέλος, με όρια που δίνουν μορφή ρουτίνας και που έχουν χαρακτήρα καλά δομημένου πλαισίου, χωρίς εκπλήξεις και αυτοσχεδιασμούς. Θέλουμε να βελτιώσουμε την αυτοεικόνα του παιδιού, η οποία προάγεται με τη δημιουργική έκφραση των ικανοτήτων που διαθέτει κάθε παιδί. Οι κοινωνικοί κανόνες, που εμπεριέχονται άτυπα στο παιχνίδι, όπως και ο καθρεφτισμός των κινήσεων και συμπεριφορών των συμμετεχόντων, μπορούν να στηρίξουν την κοινωνικότητα-αλληλεπιδραστικότητα των παιδιών στο φάσμα του αυτισμού, ακόμα κι αν δεν υπάρχει λεκτική επικοινωνία.

Καθοριστικής σημασίας στην επιλογή παιγνιωδών δραστηριοτήτων είναι η ταύτιση των στόχων, που τυχόν θα θέσουμε, με τα ατομικά χαρακτηριστικά, τα δυνατά σημεία και τις συνήθειες του παιδιού με Δ.Α.Φ. Η οπτικοποίηση της επικοινωνίας με κάρτες-εικόνες που φωνοποιούν τις επιθυμίες, οι ρουτίνες, η ελευθερία έκφρασης με θετική ανατροφοδότηση και πρωτότυπο παιχνίδι, που ακολουθεί τις υποδείξεις του παιδιού, η Ψυχοκινητική προσέγγιση σαν αναπτυξιακή μέθοδος αισθητηριακής ολοκλήρωσης, είναι μερικές από τις αποδοτικότερες στρατηγικές, που διαμορφώνουν συνθήκες δομημένου περιβάλλοντος με σκοπό να είναι τα παιδιά όσο το δυνατόν πιο ανεξάρτητα και συγχρωτισμένα σε ποικίλα περιβάλλοντα.

Λαμβάνοντας υπόψη τα ελλείμματα, τους πλεονασμούς, τις στερεοτυπίες και γενικά τα χαρακτηριστικά εκείνα που στις Δ.Α.Φ. προεξάρχουν ανομοιογενώς σε σχέση με τα τυπικά χαρακτηριστικά των μέσων όρων ανάπτυξης, είναι σίγουρο ότι το παιχνίδι αποτελεί καθοριστικό εργαλείο παρέμβασης με τον πιο φυσικό τρόπο καιι όπως ορίζει η ανθρώπινη φύση μας! Έτσι κι αλλιώς, δεν μάθαμε ποτέ να παίζουμε. Απλά παίζουμε γιατί μας αρέσει!

Ο Πολυχρόνης Μαγκαφάς είναι καθηγητής Ειδικής Φυσικής Αγωγής, Θεραπευτικής Άσκησης & Ορθοσωμικής και Εκπαιδευτής Ενηλίκων, ενώ έχει αναλάβει την διεύθυνση του Ανοικτού Ιδρύματος Εκπαίδευσης Κρήτης (ΑΙΕ Κρήτης).

πηγή

Σχολίασε το...