«Κάθε βράδυ μπαίνω σιγά-σιγά στο δωμάτιό σου για να σε χαζέψω.»

Advertisements

 

Όταν γεννήθηκες, ξάπλωνες πάνω μου και ένιωθα την ανάσα σου. Θαύμαζα τα στρουμπουλά χεράκια και ποδαράκια σου όσο εσύ κοιμόσουν χαρούμενα στην αγκαλιά μου.

Τότε, λαχταρούσα το σώμα μου πίσω. Ήθελα τον χώρο μου γιατί ήσουν συνέχεια ξαπλωμένος πάνω μου.

Advertisements

Και μετά άρχισες να κοιμάσαι μόνος σου… Κι από εκείνη τη στιγμή, νιώθω ότι σε χάνω, ότι απομακρύνεσαι από μένα.

Οι μέρες περνούν τόσο γρήγορα και είναι πολύ χαοτικές για να μπορέσω να σε χορτάσω.

Γι’ αυτό κάθε βράδυ μπαίνω σιγά-σιγά στο δωμάτιό σου για να σε θαυμάσω και να σε καμαρώσω για όλα όσα έχεις καταφέρει. Γαληνεύει η ψυχή μου όταν σε βλέπω να κοιμάσαι. Και πριν κλείσω τα μάτια μου και ονειρευτώ, θέλω να έχω τη δική σου εικόνα στο μυαλό μου.

Advertisements

Κάποια στιγμή θα μου λείψει που να σε κοιμίζω, να σε ταΐζω και να σε καθησυχάζω.
Θα μου λείψει να με θέλεις και να με χρειάζεσαι

Οπότε, ό,τι κι αν έφερε η μέρα: απογοήτευση, φωνές και δάκρυα, αμέτρητες συγνώμες, για μένα θα είσαι πάντα εκείνο το γλυκό μωράκι που αποκοιμιόταν ευτυχισμένο στην αγκαλιά μου.

Έτσι, κάθε βράδυ, τρυπώνω στο δωμάτιό σου για να σε χαζέψω…»

Advertisements
Advertisements