Όταν ήμασταν παιδιά, τότε που τα καλοκαίρια ήταν μακρύτερα και πιο ράθυμα, και δεν υπήρχαν φουσκωτοί παιδότοποι και θαλάσσια πάρκα, βαριόμασταν πιο συχνά – ειδικά τα μεσημέρια που η ζέστη ηταν στα ύψη και όλοι έπεφταν για ύπνο. Ήταν πολύ ωραία που οι μέρες ήταν ξαφνικά τόσο μεγάλες, αλλά το πώς θα τις γεμίσουμε με παιχνίδι και διασκέδαση ήταν πάντα ένας γρίφος. Αυτή η γυναίκα θυμάται εκείνη την πιο αθώα εποχή (χωρίς οθόνες, summer camp και δημιουργικά εργαστήρια) και αναπολεί το πως η μαμά της έκανε τα πάντα, ώστε εκείνη και τ’ αδέρφια της να μη βαρεθούν ποτέ.

«Τα καλοκαίρια με τα παιδιά μου είναι υπέροχα, αλλά είναι πολύ διαφορετικά απ’ τα δικά μου, τότε που ήμουν παιδί. Τώρα, εγώ κι ο μπαμπάς τους δουλεύουμε κι οι δύο και ο ελεύθερος χρόνος μας είναι πολύ πιο συμπυκνωμένος. Περνάμε όσο χρόνο μπορούμε μαζί τους, αλλά δεν μας βρίσκουν και τόσο διασκεδαστικούς.

Προτιμούν τις “οθόνες” τους, τους εντυπωσιακούς παιδότοπους και τα διάφορα summer camp και τις δραστηριότητες που επιλέγουν και οι φίλοι τους.

Εμείς δεν είχαμε τόσες επιλογές. Και γι’ αυτό είχαμε πολύ περισσότερες. Το καλοκαίρι ήταν ελεύθερος χρόνος απ’ το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό και μπορούσαμε να τον περάσουμε όπως θέλαμε. Προλαβαίναμε μέχρι και να βαρεθούμε.

Θυμάμαι τη μαμά μου που δεν ανεχόταν να μας βλέπει να σερνόμαστε απ’ τη βαρεμάρα, δεν το άντεχε. Ήταν πολύ δραστήριος άνθρωπος κι ας μη δούλευε, δεν υπήρχε στιγμή που να μην ασχολούνταν με κάτι. Και ήξερε πολλά πράγματα κι ας μην είχε πτυχία. Όσα είχε μάθει στη ζωή της είχε φροντίσει να τα μάθει καλά.

Κι επειδή δεν άντεχε να βαριόμαστε εμείς – που έπρεπε να είμαστε γεμάτα ζωντάνια – την ώρα που εκείνη δεν σταματούσε, έβρισκε συνεχώς τρόπους να γεμίζει τον χρόνο μας, διασκεδαστικά, αλλά και εποικοδομητικά.

Η μαμά μου επινοούσε τα πιο τέλεια παιχνίδια. Παίζονταν πάντα με αντικείμενα που είχαμε στο σπίτι, είχαν απλούς κανόνες και γρήγορο ρυθμό, ώστε να ο νικητής να βγαίνει πριν προλάβουμε – καλά μαντέψατε – να βαρεθούμε. Φυσικά, οι νίκες έφερναν δώρα, αν και… από ένα δωράκι το παίρναμε όλοι οι συμμετέχοντες, αδέλφια, ξαδέλφια ή φίλοι.

Ναι, τα ξαδέλφια μας και οι φίλοι μας (που η μαμά μου φρόντιζε να έρχονται συχνά στο σπίτι μας ή να πηγαινουμε εμείς στα δικά τους) τρελαίνονταν για τα καινούργια παιχνίδια που τους μαθαίναμε κι εμείς καμαρώναμε όταν τους λέγαμε πως μας τα ‘μαθε η μαμά μας.

Η μαμά μου – γνήσιο παιδί της επαρχίας – λάτρευε την εξοχή και ήξερε τα πάντα για τα δέντρα, τα φυτά και τα λουλούδια. Κάναμε συχνά εκδρομές εκτός πόλης, όπου μας μιλούσε για όλα αυτά και μας έβαζε να εκπληρώνουμε διάφορες “αποστολές”, ώστε να εξοικειωθούμε με τη φύση και να την αγαπήσουμε. Το ίδιο έκανε κι όταν ήμασταν στο χωριό, μαζί με τη γιαγιά μας που μοιάζανε πολύ.

Στην εξοχή διαβάζαμε και πολλά βιβλία γιατί η μαμά μου θεωρούσε πως το περιβάλλον ήταν κατάλληλο – μακριά από την τηλεόραση και τα παιχνίδια μας – για ν’ αγαπήσουμε το διάβασμα και τη μάθηση.

Και στο σπίτι διαβάζαμε, αλλά στο σπίτι κάναμε και μαθήματα. Ναι, καλοκαιρινά μαθήματα με τη μαμά: αγγλικά, μαγειρική και μουσική. Έπαιζε πολύ καλά πιάνο και ήθελε να μάθουμε κι εμείς, τα βασικά έστω για να εκτιμήσουμε την αξία της μουσικής και των πιο εκλεπτυσμένων πραγμάτων στη ζωή. Η αλήθεια είναι ότι δεν πετούσαμε τη σκούφια μας για τα μαθήματά της, αλλά είχε έναν τρόπο να μας μεταδίδει τον ενθουσιασμό της κι έτσι μάθαμε τελικά πολύ περισσότερα απ’ ότι νομίζαμε τότε.

Τώρα που το σκέφτομαι, όλ’ αυτά που αναζητούμε σήμερα για τα παιδιά μας από τρίτους, μας τα πρόσφερε η μαμά μου από μόνη της. Η καρδιά της ήταν ένας παιδότοπος και στο μυαλό της είχε όλα τα δημιουργικά εργαστήρια που χρειαζόμασταν.

Γι’ αυτό τα παιδικά μας καλοκαίρια ήταν τόσο όμορφα που τα θυμόμαστε ακόμη λες και ήταν χθες.»

πηγη