Η οστεοπόρωση είναι μια πάθηση η οποία χαρακτηρίζεται ως «σιωπηλή επιδημία» γιατί αναπτύσσεται χωρίς συμπτώματα. Όταν, όμως, πάψει να είναι «σιωπηλή» και εκδηλωθεί με κάποιο κάταγμα χαμηλής βίας, τότε μεταμορφώνεται σε ιδιαίτερα «θορυβώδες» πρόβλημα.

Ο τρόπος που αντιμετωπίζονται οι ασθενείς με οστεοπόρωση έχει αλλάξει πάρα πολύ τα τελευταία χρόνια.

Για να ξεκινήσει ή όχι φαρμακευτική αγωγή δεν βασίζεται μόνο στην μέτρηση της οστικής πυκνότητας, όπως παλαιότερα, αλλά εξετάζεται η πιθανότητα να συμβεί κάποιο κάταγμα στον συγκεκριμένο ασθενή, με το συγκεκριμένο ατομικό και οικογενειακό ιστορικό, που πάσχει από συγκεκριμένες παθήσεις και λαμβάνει συγκεκριμένα φάρμακα. Ο λόγος προέρχεται από την παρατήρηση ότι ορισμένοι ασθενείς με μέτρηση στα όρια της οστεοπενίας εμφάνιζαν κατάγματα και ορισμένοι ασθενείς με μέτρηση στα όρια της βαριάς οστεοπόρωσης δεν εμφάνιζαν. Έτσι, βγήκε το συμπέρασμα ότι υπάρχουν και άλλοι παράγοντες που επηρεάζουν την πιθανότητα να συμβεί κάποιο κάταγμα. Γι’ αυτό πραγματοποιούνται εργαστηριακές εξετάσεις, που ελέγχουν τον οστικό μεταβολισμό, βάζοντας τους ασθενείς σε πρωτόκολλα και χρησιμοποιώντας ειδικά κατασκευασμένα προγράμματα που υπολογίζουν τον καταγματικό κίνδυνο.

Επιπλέον, δεν δίνεται άσκοπη αγωγή στους ασθενείς που δεν την έχουν ανάγκη. Η οστεοπόρωση είναι μια κατάσταση η οποία με το πέρασμα των ετών επιδεινώνεται και αυτό, δυστυχώς, δεν μπορεί να αναστραφεί. Όμως, δεν είναι αυτός ο λόγος που χορηγείται αγωγή σε κάποιον. Η εμφάνιση ενός κατάγματος εξαρτάται από 2 παραμέτρους, την βία της πτώσης και την ευθραυστότητα του σκελετού. Αν η βία είναι πολύ μεγάλη, δεν χρειάζεται να έχει κάποιος οστεοπόρωση για να πάθει κάταγμα.

Αυτό που πρέπει είναι να προστατευτούν τα άτομα που έχουν αυξημένη
ευθραυστότητα και όχι να δίνονται φάρμακα σε όλους.

Εκτός από το γεγονός ότι αυτό υπαγορεύει η επιστημονική κατάρτιση, δυστυχώς, οι δυνατότητές όσον αφορά στα φαρμακευτικά σκευάσματα που είναι διαθέσιμα στις μέρες μας, είναι περιορισμένες.

Επιπλέον, είναι πλέον αντιληπτό πολύ καλά ότι τα φάρμακα για την οστεοπόρωση μετά από μακροχρόνια χορήγηση δημιουργούν προβλήματα, γιατί ενώ βοηθούν στην αντοχή, δεν έχουν ανάλογη επίδραση στην ελαστικότητα των οστών. Έτσι, εάν δίνεται φαρμακευτική αγωγή χωρίς να είναι αναγκαία, δεν προστατεύεται το άτομο αλλά εκθέτεται σε ανεπιθύμητες ενέργειες των φαρμάκων αλλά, το κυριότερο, «καίγεται» το φάρμακο που χορηγείται και υπάρχει η πιθανότητα να μην είναι διαθέσιμο όταν σε μετέπειτα χρόνια της ζωής του, ο συγκεκριμένος ασθενής θα το χρειάζεται.

Τέλος, η σωστή διαχείριση της οστεοπόρωσης έχει πολλές πτυχές στις οποίες δεν δίνεται μεγάλη βάση, όπως η διατροφή, η άσκηση και η αποφυγή των πτώσεων. Η εκπαίδευση των ασθενών ξεκινάει από την κατανόηση ότι η ισορροπημένη διατροφή και η τακτική άσκηση είναι πιο σημαντικά από οποιαδήποτε φαρμακευτική αγωγή, στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει μεγάλη ευθραυστότητα. Ο ετήσιος έλεγχος με μέτρηση οστικής πυκνότητας και ειδικές αιματολογικές εξετάσεις, σε συνδυασμό με αυτές τις παραμέτρους βοηθά στην παρακολούθηση της σκελετικής υγείας, στη διατήρησή της σε καλά επίπεδα και στην έγκαιρη παρέμβαση όταν υπάρχει λόγος.

Ευχαριστούμε τον Εμμανουήλ Μπριλάκη, oρθοπαιδικό χειρουργό, επιμελητή Γ’ Ορθοπαιδικής Κλινικής του Νοσοκομείου «Υγεία», υπεύθυνο ορθοπαιδικό του Γυναικείου Τμήματος Basket του Πανιωνίου ΓΣ.

πηγή