Ο σύζυγός μου και εγώ έχουμε παντρευτεί δύο φορές. Παντρευτήκαμε, χωρίσαμε και μετά ξαναπαντρευτήκαμε.

Όταν πρωτοπαντρευτήκαμε ήμασταν πολύ νέοι, φοιτητές ακόμη (στο τελευταίο έτος) κι όμως ο γάμος ήταν για μας η φυσική συνέχεια, το επόμενο λογικό βήμα στην τέλεια ζωή που είχαμε οραματιστεί. Ήμασταν μαζί δύο χρόνια, αλλά γνωριζόμασταν από το γυμνάσιο. Τι θα μπορούσε να πάει στραβά;

Κι όμως… όλα πήγαν στραβά.

Μετά το γάμο μετακομίσαμε σε άλλη πόλη, δύο ώρες μακριά από τις οικογένειές μας. Ξεκίνησε μεταπτυχιακό και εγώ έπιασα δουλειά. Έμενε κάθε βράδυ ξύπνιος μέχρι αργά διαβάζοντας, δεν τα πήγαινε καλά στην αρχή και ανησυχούσε διαρκώς ότι θα αποτύχει. Η απουσία του ήταν η αιτία της μοναξιάς μου και για να την αντισταθμίσω άρχισα να ξοδεύω χρήματα – τα χρήματα που είχαμε λάβει ως δώρο γάμου. Αγόραζα ρούχα, τσάντες και παπούτσια με την ελπίδα ότι έτσι θα γέμιζα το κενό που υπήρχε ανάμεσα σε αυτό που νόμιζα ότι ήταν ο γάμος και σε αυτό που ήταν στην πραγματικότητα. Όταν ανακάλυψε τις «μυστικές» μου δαπάνες, έγινε κάποιος άλλος. Η «προδοσία» μου τον έκανε να με απατήσει.

Χωρίς να μου πει τίποτα πήγε στην πόλη που γεννηθήκαμε και μεγαλώσαμε και έκανε σεξ με την πρώην κοπέλα του. Δεν ήταν κάτι που έγινε μία φορά και τέλος. Η σχέση τους συνεχίστηκε μέχρι και αφού ο γάμος μας κατέρρευσε ένα χρόνο αργότερα.

Κατά τη διάρκεια αυτού του έτους ήξερα ότι με απατούσε αλλά δεν είχα αποδείξεις. Για την ακρίβεια ποτέ δεν έψαξα. Αποφάσισα να χωρίσουμε όταν μου είπε ότι δεν ήθελε να πάμε σε σύμβουλο γάμου. Αντ’ αυτού ήθελε να συρθούμε στα δικαστήρια για να χωρίσουμε τις ζωές και τα υπάρχοντά μας. Περίμενα να περάσουν οι γιορτές και μετά μάζεψα τα πράγματά μου και μετακόμισα χωρίς να του το πω. Έκανα αίτηση διαζυγίου και του ζήτησα να συναντηθούμε στο καφενείο της γειτονιάς για να το υπογράψουμε. Είχε φέρει μαζί του όσα πράγματα είχα ξεχάσει και μου τα έδωσε. Είχε τελειώσει.

Για τέσσερα ολόκληρα χρόνια δεν είχα τη διάθεση ούτε να γνωρίσω κανέναν ούτε να κάνω σχέση. Το μόνο που με ενδιέφερε ήταν η δουλειά μου και το κατοικίδιό μου. Σε κάποια φάση έβγαινα με έναν άντρα που φοβόταν τη δέσμευση πολύ περισσότερο απ’ ότι τη φοβόμουν εγώ και αυτό δεν ήταν καλό σημάδι. Όπως αποδείχθηκε είναι καλύτερο να μείνεις μόνος μετά το τέλος μία τόσο σημαντικής σχέσης όπως είναι ο γάμος παρά να βιαστείς να κάνεις μία σχέση που είναι μαθηματικώς βέβαιο ότι δεν θα προχωρήσει. Κάθε βράδυ έπινα για να ξεχάσω και να κοιμηθώ και είχα εφιάλτες γεμάτους ενοχές και ντροπή. Έμενα κλεισμένη στο διαμέρισμά μου κλαίγοντας γι’ αυτό που είχα χάσει.

Δεδομένου ότι δεν είχα αποδείξεις για την απιστία του πρώην άντρα μου κατηγορούσα τον εαυτό μου για το τέλος του γάμου μας. Μισούσα τον εαυτό μου. Από τότε που χωρίσαμε δεν είχαμε ξαναμιλήσει.

Ένα βράδυ μέσα στο μεθύσι και στην απελπισία μου του έστειλα μήνυμα. Ήθελα μία απάντηση στην ερώτηση που με στοίχειωνε από τότε που χωρίσαμε: «Με απατούσες;».

Πίστευα ότι τα χρόνια αυτά που δεν είχαμε καμία επικοινωνία θα ήταν αρκετά για να τον πείσουν ότι δεν υπήρχε λόγος να μην είναι πια ειλικρινής απέναντί μου και είχα δίκιο. Όντως παραδέχτηκε ότι με απατούσε και ότι είχε μετανιώσει γι’ αυτό που μου έκανε. Ζήτησε μάλιστα και συγγνώμη.

Πέρασαν άλλοι έξι μήνες πριν ξεκινήσει μεταξύ μας μία αραιή αλλά ουσιώδης επικοινωνία. Μου ζήτησε να βγούμε για φαγητό ένα βράδυ του Οκτωβρίου του 2012 και συναντηθήκαμε στο ίδιο μέρος που είχαμε υπογράψει το διαζύγιό μας. Αμέσως μου ήρθαν στο μυαλό όλες οι ευτυχισμένες στιγμές του γάμου μας με τη διαφορά ότι πλέον ήμασταν δύο εντελώς διαφορετικοί άνθρωποι από εκείνους που ήμασταν τότε. Είχαμε ωριμάσει και ήμασταν πιο χαρούμενοι και πιο πρόθυμοι να αντιμετωπίσουμε την αλλαγή. Αυτό το τελευταίο το αποδίδω στο γεγονός ότι και οι δύο είχαμε επισκεφτεί ψυχολόγο.

Είχαμε χωρίσει και οι δύο από τις τελευταίες σχέσεις μας. Την πρώτη φορά που ξανακάναμε σεξ μετά το διαζύγιο έβαλα τα κλάματα την ώρα που ήμουν στην αγκαλιά του και του είπα ότι αν με απατήσει ξανά δεν πρόκειται να με ξαναδεί. Μου πήρε πολύ χρόνο μέχρι να τον εμπιστευτώ ξανά αλλά τελικά τα κατάφερα.

Ήμουν εκεί όταν τελείωσε τη διατριβή του και έκανε το διδακτορικό του. Στις 4 Ιουλίου του 2013 μου ζήτησε να τον ξαναπαντρευτώ και εγώ δέχτηκα. Λίγο πριν το γάμο μας ανακάλυψα ότι ήμουν έγκυος. Κάναμε πολιτικό γάμο με καλεσμένους μόνο δύο άτομα, τους μάρτυρες. Δεν μας ένοιαζε να είμαστε τέλειοι γιατί δεν ήμασταν ούτε πρόκειται να γίνουμε ποτέ. Μας ένοιαζε η στιγμή, να το ζήσουμε και να χαρούμε αυτό που ξεκινούσε και πάλι απ’ την αρχή.

Σήμερα είμαστε παντρεμένοι 5 χρόνια και έχουμε δύο παιδιά. Πλέον είναι καθηγητής πανεπιστημίου και εγώ αρκετά τυχερή που μπορώ να μένω σπίτι με τα παιδιά μας.

Έχω πάψει να ανησυχώ μήπως με απατήσει ξανά. Αν υπήρχε η παραμικρή αμφιβολία δεν θα έβαζα ξανά τον εαυτό μου σε αυτή τη διαδικασία. Είναι η αγάπη της ζωής μου και έτσι θα παραμείνει.

Καταλαβαίνω ότι η ιστορία μας δεν είναι ο κανόνας. Ξέρω ότι πολλοί θα μας κρίνουν αρνητικά, με τον καιρό όμως διαπίστωσα ότι το γυαλί που σπάει, κάποιες φορές ξανακολλάει. Αξίζει τον κόπο να προσπαθήσουμε. Εναπόκειται στο κάθε ζευγάρι και στις αλλαγές που θα δεχτεί να κάνει προκειμένου να συγχωρέσει και να συμφιλιωθεί…

Πηγή