Στο Τηλέραμα παραχώρησε συνέντευξη ο Γιάννης Μπέζος, στην οποία μίλησε «έξω από τα δόντια» σε ό,τι αφορά τα σημερινά ριάλιτι που προβάλλονται στην τηλεόραση.

Κρίνοντας από την τηλεθέαση, όντως έχετε πετύχει να γελάει…

«Ο σκοπός της κωμωδίας, ξέρε­τε, είναι ακριβώς αυτός: να γελά το κοινό, να γελά κανονικά, όπως στην αληθινή ζωή, αλλά με γούστο, κάτι καθόλου εύκολο στην τηλεόραση. Το είδος της κωμω­δίας που είναι «περίπου κωμω­δία» εμένα δεν με ενδιαφέρει κα­θόλου».

Ευκολότερο να γελάει ή να κλαίει κανείς;

«Τίποτε δεν είναι εύκολο… Γι’ αυτό πρέπει κάθε φορά να καταλα­βαίνουμε τι ακριβώς κάνουμε. Αυ­τό είναι το μεγάλο μας πρόβλημα. Πέρυσι παίξαμε 62 επεισόδια, κά­τι που θέλει πολλή δουλειά, προε­τοιμασία και κυρίως αυτό που σας είπα πριν: «κλίμα» και «γήπεδο» όπου παίζουν όλοι μαζί».

Άρα ήταν περίπου αναμενόμενο για σας πως η «Φριτέζα» θα ανανεω­νόταν για μία ακόμα σεζόν;

«Οι προτάσεις ανανέωσης γίνο­νται πάντα σύμφωνα με την τηλε­θέαση. Εάν μια σειρά «ριζώνει», αυτό σημαίνει πως το κοινό ενδια­φέρεται να ξαναεπικοινωνήσει μα­ζί της. Βέβαια το θέμα δεν είναι μόνο το τι θέλει το κοινό, αλλά και το αν υπάρχει υλικό για δεύ­τερη χρονιά. Πολλές φορές γίνο­νται επιτυχίες μεγάλες, αλλά δεν υπάρχουν ούτε διάθεση ούτε υλι­κό για συνέχεια. Στη συγκεκριμένη σειρά υπήρχαν όλα αυτά, άρα συ­νεχίζουμε και διαπιστώνουμε πως υπάρχουν ανταπόκριση και πιστό κοινό, το οποίο μάλιστα είναι περισσότερο αντρικό».

Δηλαδή οι γυναίκες δεν σας βλέπουν;

«Οι γυναίκες συνήθως παρακο­λουθούν αυτές τις αρλούμπες με τα μοντέλα… Πολλά παράξενα και περίεργα πράγματα σε αυτή τη χώ­ρα θεωρούνται νορμάλ, αλλά δεν ανήκουν στη σφαίρα της κανονικό­τητας. Συνηθίσαμε, βλέπετε, στον χαβαλέ και στη σαχλαμάρα. Απο­στολή λοιπόν δική μας, έτσι όπως την αντιλαμβάνομαι εγώ τουλάχι­στον ύστερα από τόσα χρόνια, εί­ναι η αντίσταση στη σαχλαμάρα, κάνοντας τη δουλειά μας όσο το δυνατόν καλύτερα».

Η πίεση της τηλεθέασης σας αγχώνει;

«Δεν με αγχώνει τίποτα πλέον. Η τηλεθέαση μετράει την ποσότητα, αλλά όχι την ποιότητα. Και αυτό είναι πρόβλημα. Αν κάτι αξίζει, καταγράφεται τελικά στον χρόνο, όχι στη στιγμή μόνο. Εγώ θέλω οι σειρές όπου συμμετέχω να έχουν μια διαδρομή και να τις βλέπει ο κόσμος και στο μέλλον».

Καθώς στο παρελθόν έχετε κάνει επιτυχημένες σειρές, περνά από το μυαλό σας ένα ριμέικ, όπως είναι της μόδας;

«Όχι! Δεν έχουν κανένα νόημα αυτά τα πράγματα… Είναι σαν να προσπαθείς να υποδυθείς τον νέο. Δεν είναι σοβαρό, κάνει κακό και στο πρωτότυπο, στο πρωτο­γενές υλικό. Είναι ωραία μεν, αλ­λά καλύτερα να παραμένουν στη μνήμη μας, να μας ζεσταίνουν, και μέχρι εκεί. Κατά τη γνώμη μου, χρειάζεται να γίνονται και­νούρια πράγματα και πιο τολμη­ρά. Στα παλιά πηγαίνουμε μάλλον από ανασφάλεια. Αλλο πράγμα είναι να μαζευτούμε να κάνου­με ένα επεισόδιο, έτσι, για να θυ­μηθούμε και να διασκεδάσουμε, κι άλλο να κάνεις μια ολόκληρη σεζόν. Είναι παρακινδυνευμένο και χωρίς νόημα».

Τι βλέπετε και τι δεν αντέχετε στην τηλεόραση φέτος;

«Βλέπω «Άγριες μέλισσες» όταν επιστρέφω αργά το βράδυ, για­τί έχουν πολύ ενδιαφέρον. Όσο για το τι δεν βλέπω… Πολλά πράγματα δεν μου αρέσουν: κάτι διαγωνιστικά, κάτι ανόητες συνεντεύξεις… Σαν να γίνεται συναγωνισμός χαμηλού γούστου. Αλλά δεν θέλω να ονομάσω συγκε­κριμένα, γιατί θα μπω στο επίπεδο του κουτσομπολιού. Ας πούμε πως υπάρχει μια τάση προς την ανοησία, κάτι που προκαλεί εθισμό.

Η ανοησία, επειδή είναι εύκολη και καταναλώσιμη, είναι πολύ εθιστική, δυσκολεύεσαι να της ξεφύγεις. Γίνεται και μόδα. Αλλά υπάρχουν κι αυτά, δεν γίνεται να μην υπάρχουν. Είναι τόσο με­γάλο το πρόγραμμα, που δεν μπορείς να τα αποφύγεις. Μπορείς όμως να τα εντοπίζεις και να μην τα αφήνεις να περνούν έτσι».

Κατά καιρούς τραγουδάτε κιόλας…

«Εδώ τραγουδάει όλη η Ελλάδα κι ο κά­θε πικραμένος, γαβγίζοντας οι περισσό­τεροι… Αυτό το λέω σαν αστείο προφα­νώς. Η δική μου ενασχόληση με το τρα­γούδι πάντως είναι παράπλευρη, αλλά αμιγώς επαγγελματική», κατέληξε.

πηγη